Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
polished
01
γυαλισμένος, λαμπερός
having a bright, shiny surface that reflects light
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most polished
συγκριτικός βαθμός
more polished
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The polished silverware gleamed on the dinner table.
Τα γυαλισμένα ασημικά λάμπουν στο τραπέζι του δείπνου.
02
γυαλισμένο, εξευγενισμένο
(of rice) having the outer layers removed, making them smooth, white, and lasting longer
Παραδείγματα
Polished rice is commonly used in many dishes because of its soft texture and mild flavor.
Το γυαλισμένο ρύζι χρησιμοποιείται συνήθως σε πολλά πιάτα λόγω της μαλακής του υφής και του ήπιου γεύσης.
03
καλαίσθητος, εκλεπτυσμένος
showing elegance and sophistication
Παραδείγματα
Her polished speech captivated the entire audience.
Ο ξεπερασμένος λόγος της γοήτευσε όλο το κοινό.
04
γυαλισμένος, άψογος
showing smoothness, precision, and no visible flaws
Παραδείγματα
Her polished performance wowed the judges with its precision and grace.
Η τελειοποιημένη απόδοσή της εντυπωσίασε τους κριτές με την ακρίβεια και τη χάρη της.
Λεξικό Δέντρο
unpolished
polished
polish



























