Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
refined
01
εξευγενισμένος, καθαρισμένος
made pure by removing impurities through a processing method
Παραδείγματα
The refined flour used in baking had been milled to remove bran and germ, resulting in a finer texture.
Το εξευγενισμένο αλεύρι που χρησιμοποιήθηκε στη ζαχαροπλαστική είχε αλεστεί για να αφαιρεθεί ο πίτυρος και ο βλαστός, με αποτέλεσμα μια λεπτότερη υφή.
02
καλλιεργημένος, κομψός
showing sophisticated manners and elegance in behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most refined
συγκριτικός βαθμός
more refined
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His refined approach to conflict resolution earned him respect in the community.
Η ξεχωριστή προσέγγισή του στην επίλυση συγκρούσεων του χάρισε σεβασμό στην κοινότητα.
03
εκλεπτυσμένος, κομψός
suggesting taste, ease, and wealth
04
εκλεπτυσμένος, ακριβής
precise to a fine degree
05
εκλεπτυσμένος, κομψός
showing a high degree of refinement and the assurance that comes from wide social experience
Λεξικό Δέντρο
overrefined
unrefined
refined
refine
fine



























