Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to polish
01
γυαλίζω, στιλβώνω
to rub the surface of something, often using a brush or a piece of cloth, to make it bright, smooth, and shiny
Transitive: to polish a surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
polish
γ΄ ενικό πρόσωπο
polishes
ενεστώτα μετοχή
polishing
απλός αόριστος
polished
παθητική μετοχή
polished
Παραδείγματα
The housekeeper polished the wooden surfaces to remove dust and restore luster.
Η νοικοκυρά γυάλισε τις ξύλινες επιφάνειες για να αφαιρέσει τη σκόνη και να αποκαταστήσει τη λάμψη.
02
γυαλίζω, βελτιώνω
to refine or enhance something by meticulously attending to details
Transitive: to polish sth
Παραδείγματα
The musician polished the performance by rehearsing tirelessly, refining techniques and musical interpretation.
Ο μουσικός γύρισε την παράσταση με ακούραστη πρόβα, βελτιώνοντας τεχνικές και μουσική ερμηνεία.
Polish
Παραδείγματα
The play ’s dialogue was performed entirely in Polish during the festival.
Ο διάλογος του έργου εκτελέστηκε εξ ολοκλήρου στα Πολωνικά κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ.
02
βερνίκι, γυαλιστικό
a substance that one can rub into a surface to make it shiny and smooth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
03
γυαλάδα, λάμψη
the property of being smooth and shiny
04
γυάλισμα, τελειότητα
a highly developed state of perfection; having a flawless or impeccable quality
polish
01
πολωνικός, πολωνική
referring to something that is related to Poland, its people, language, culture, or products
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They danced to a popular Polish folk song.
Χόρεψαν σε ένα δημοφιλές πολωνικό λαϊκό τραγούδι.
Λεξικό Δέντρο
polished
polisher
polishing
polish



























