Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to polish
01
γυαλίζω, στιλβώνω
to rub the surface of something, often using a brush or a piece of cloth, to make it bright, smooth, and shiny
Transitive: to polish a surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
polish
γ΄ ενικό πρόσωπο
polishes
ενεστώτα μετοχή
polishing
απλός αόριστος
polished
παθητική μετοχή
polished
Παραδείγματα
The jeweler polished the silver necklace to a high shine.
Ο κοσμηματοπώλης γυάλισε το ασημένιο κολιέ σε υψηλή λάμψη.
02
γυαλίζω, βελτιώνω
to refine or enhance something by meticulously attending to details
Transitive: to polish sth
Παραδείγματα
The author polished his novel by revising sentences and refining plot elements to captivate readers.
Ο συγγραφέας γύαλισε το μυθιστόρημά του αναθεωρώντας προτάσεις και βελτιώνοντας στοιχεία της πλοκής για να γοητεύσει τους αναγνώστες.
Polish
Παραδείγματα
She is learning Polish to communicate better with her relatives in Warsaw.
Μαθαίνει Πολωνικά για να επικοινωνεί καλύτερα με τους συγγενείς της στη Βαρσοβία.
02
βερνίκι, γυαλιστικό
a substance that one can rub into a surface to make it shiny and smooth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
03
γυαλάδα, λάμψη
the property of being smooth and shiny
04
γυάλισμα, τελειότητα
a highly developed state of perfection; having a flawless or impeccable quality
polish
01
πολωνικός, πολωνική
referring to something that is related to Poland, its people, language, culture, or products
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I'm learning Polish cuisine from my grandmother.
Μαθαίνω πολωνική κουζίνα από τη γιαγιά μου.
Λεξικό Δέντρο
polished
polisher
polishing
polish



























