Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
please
01
παρακαλώ, σε παρακαλώ
a polite word used when making a request
Παραδείγματα
Please pass me the salt.
Παρακαλώ, περάστε μου το αλάτι.
to please
01
ικανοποιώ, ευχαριστώ
to make someone satisfied or happy
Transitive: to please sb
Παραδείγματα
The musician pleases the crowd by playing her favorite song.
Ο μουσικός ευχαριστεί το πλήθος παίζοντας το αγαπημένο της τραγούδι.
02
κάνω ό, τι θέλω
to do what one wants or desires, without worrying about the opinions or desires of others
Transitive: to please oneself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
please
γ΄ ενικό πρόσωπο
pleases
ενεστώτα μετοχή
pleasing
απλός αόριστος
pleased
παθητική μετοχή
pleased
Παραδείγματα
The boss preferred me to work late, but he told me to please myself.
Το αφεντικό προτίμησε να δουλέψω αργά, αλλά μου είπε να ευχαριστήσω τον εαυτό μου.
03
ευχαριστώ, ικανοποιώ
to bring a sense of satisfaction or contentment
Intransitive
Παραδείγματα
Her cheerful demeanor always pleases, even on difficult days.
Η χαρούμενη συμπεριφορά της πάντα ευχαριστεί, ακόμα και στις δύσκολες μέρες.



























