Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plane
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
planes
Παραδείγματα
The plane landed smoothly at the airport after a long flight.
Το αεροπλάνο προσγειώθηκε ομαλά στο αεροδρόμιο μετά από μια μεγάλη πτήση.
02
επίπεδο, επίπεδη επιφάνεια
a flat, two-dimensional surface that extends infinitely in all directions
Παραδείγματα
Understanding planes is fundamental to the study of three-dimensional shapes and spaces.
Η κατανόηση των επιπέδων είναι θεμελιώδης για τη μελέτη των τρισδιάστατων σχημάτων και χώρων.
03
επίπεδο, επίπεδη επιφάνεια
a level of existence or development
04
πλάνη, ξύστρα
a carpenter's hand tool with an adjustable blade for smoothing or shaping wood
05
πλάνη, πλάνη ξύλου
a power tool for smoothing or shaping wood
to plane
01
πλάνισμα, ισοπεδώνω
cut or remove with or as if with a plane
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
plane
γ΄ ενικό πρόσωπο
planes
ενεστώτα μετοχή
planing
απλός αόριστος
planed
παθητική μετοχή
planed
02
ισοπεδώνω, πλάνισμα
make even or smooth, with or as with a carpenter's plane
03
γλιστράω, ολισθαίνω
travel on the surface of water
plane
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
planest
συγκριτικός βαθμός
planer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The craftsman worked tirelessly to create a plane finish on the cabinet doors.
Ο τεχνίτης εργάστηκε ακούραστα για να δημιουργήσει μια επίπεδη επιφάνεια στις πόρτες του ντουλαπιού.
Λεξικό Δέντρο
biplane
monoplane
triplane
plane



























