Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plaintive
01
θλιμμένος, μελαγχολικός
showing sadness, typically in a mild manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most plaintive
συγκριτικός βαθμός
more plaintive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her voice was plaintive as she recounted her memories.
Η φωνή της ήταν θλιμμένη καθώς ανέφερε τις αναμνήσεις της.
Λεξικό Δέντρο
plaintively
plaintiveness
plaintive



























