plaintiff
plain
ˈpleɪn
plein
tiff
tɪf
tif
ganef

Ορισμός και σημασία του "plaintiff"στα αγγλικά

01

ενάγων, κατήγορος

a person who brings a lawsuit against someone else in a court 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plaintiffs
Παραδείγματα
The plaintiff presented compelling evidence to support their case. 

Ο ενάγων παρουσίασε πειστικά στοιχεία για να υποστηρίξει την υπόθεσή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store