Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plainly
01
σαφώς, εμφανώς
in a way that is easily noticeable or evident
Παραδείγματα
The differences between the two options were plainly evident.
Οι διαφορές μεταξύ των δύο επιλογών ήταν σαφώς εμφανείς.
Λεξικό Δέντρο
plainly
plain



























