Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to plague
01
βασανίζω, τρομοκρατώ
to continually cause someone or something difficulty, pain, or worry
Transitive: to plague sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
plague
γ΄ ενικό πρόσωπο
plagues
ενεστώτα μετοχή
plaguing
απλός αόριστος
plagued
παθητική μετοχή
plagued
Παραδείγματα
Technical issues can plague the functionality of software applications.
Τα τεχνικά προβλήματα μπορούν να πλήξουν τη λειτουργικότητα των εφαρμογών λογισμικού.
02
βασανίζω, ενοχλώ
to continuously annoy, trouble, or harass someone
Transitive: to plague sb
Παραδείγματα
The constant phone calls from telemarketers plagued him.
Οι συνεχείς τηλεφωνικές κλήσεις από τους τηλεμάρκετερ τον βασάνιζαν.
Plague
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plagues
Παραδείγματα
The plague, also known as the Black Death, is a deadly infectious disease caused by the bacterium Yersinia pestis.
Η πανούκλα, γνωστή και ως Μαύρος Θάνατος, είναι μια θανατηφόρα μεταδοτική ασθένεια που προκαλείται από το βακτήριο Yersinia pestis.
02
σμήνος, εισβολή
a large swarm of insects, especially locusts, that destroy crops or vegetation
Παραδείγματα
Farmers fought to save their fields from a plague of locusts.
Οι αγρότες πολέμησαν για να σώσουν τα χωράφια τους από μια πανώλη ακρίδων.
03
πληγή, βασανιστήριο
something that causes persistent irritation, distress, or trouble
Παραδείγματα
The constant noise was a plague to the residents.
Ο συνεχής θόρυβος ήταν μια μάστιγα για τους κατοίκους.
04
πληγή, μύστρα
a widespread and catastrophic disaster, often regarded as a punishment or curse from God
Παραδείγματα
The story tells of ten plagues unleashed upon Egypt.
Η ιστορία αφηγείται τις δέκα πληγές που ξέσπασαν στην Αίγυπτο.



























