placket
pla
ˈplæ
plā
cket
kɪt
kit
packet

Ορισμός και σημασία του "placket"στα αγγλικά

01

άνοιγμα, ενισχυμένη σχισμή

an opening or slit in a garment, often reinforced with fabric, used for fastening or accessing a pocket 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plackets
Παραδείγματα
The shirt's placket features a row of buttons for closure. 

Το πλακέ του πουκάμισου διαθέτει μια σειρά από κουμπιά για κλείσιμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store