plaice
plaice
pleɪs
πλεισ
/plˈe‍ɪs/

Ορισμός και σημασία του "plaice"στα αγγλικά

01

πλευρονήκτης, ευρωπαϊκό μεγάλο ψάρι πλατής

a large European flatfish with red spots on its body and fins that is caught as food
plaice definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plaice
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store