to pilfer
Pronunciation
/ˈpɪɫfɝ/

Ορισμός και σημασία του "pilfer"στα αγγλικά

to pilfer
01

κλέβω, αρπάζω

to steal small quantities or insignificant items
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pilfer
γ΄ ενικό πρόσωπο
pilfers
ενεστώτα μετοχή
pilfering
απλός αόριστος
pilfered
παθητική μετοχή
pilfered
Παραδείγματα
The cat burglar managed to pilfer jewelry from several upscale residences.
Ο κλέφτης γάτας κατάφερε να κλέψει κοσμήματα από πολλές πολυτελείς κατοικίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store