to pilfer
pil
ˈpɪl
pil
fer

Ορισμός και σημασία του "pilfer"στα αγγλικά

to pilfer
01

κλέβω, αρπάζω

to steal small quantities or insignificant items 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pilfer
γ΄ ενικό πρόσωπο
pilfers
ενεστώτα μετοχή
pilfering
απλός αόριστος
pilfered
παθητική μετοχή
pilfered
Παραδείγματα
The pickpocket skillfully pilfered wallets from unsuspecting commuters in the crowded subway. 

Ο πορτοφολάς έκλεψε επιδέξια τα πορτοφόλια από αφελείς επιβάτες στο γεμάτο μετρό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store