pile-up
pile
paɪl
pail
up
ʌp
ap
pileup

Ορισμός και σημασία του "pile-up"στα αγγλικά

01

κατά συρροή σύγκρουση, pile-up

a collision involving multiple vehicles, often caused by poor visibility or sudden braking 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pile-ups
Παραδείγματα
The highway was closed due to a massive pile-up involving ten cars during rush hour. 

Ο αυτοκινητόδρομος έκλεισε λόγω μιας μαζικής συνωστισμού που εμπλέκει δέκα αυτοκίνητα κατά τις ώρες αιχμής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store