pileup
Pronunciation
/ˈpaɪˌɫəp/

Ορισμός και σημασία του "pileup"στα αγγλικά

01

κατά συρροή σύγκρουση, σωρός

a collision or accident in which several vehicles or objects crash into each other in quick succession
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pileups
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store