Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pileup
01
κατά συρροή σύγκρουση, σωρός
a collision or accident in which several vehicles or objects crash into each other in quick succession
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pileups



























