pilferage
Pronunciation
/ˈpɪɫfɝɪdʒ/

Ορισμός και σημασία του "pilferage"στα αγγλικά

01

μικροκλοπή, κλεψιά

the act of stealing small amounts or items, usually repeatedly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The investigation revealed systematic pilferage of inventory over several months.
Η έρευνα αποκάλυψε συστηματική κλοπή αποθεμάτων για αρκετούς μήνες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store