Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pilferage
01
μικροκλοπή, κλεψιά
the act of stealing small amounts or items, usually repeatedly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
There was pilferage of snacks at the office.
Υπήρξε μικροκλοπή σνακ στο γραφείο.



























