piddle
Pronunciation
/ˈpɪdəɫ/

Ορισμός και σημασία του "piddle"στα αγγλικά

01

κατούρημα, μικρή λίμνη ούρων

a small amount of urine, often used in a casual or humorous context
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
piddles
Παραδείγματα
The rain left tiny puddles that looked like piddles on the sidewalk.
Η βροχή άφησε μικρές λακκούβες που έμοιαζαν με κατούρημα στο πεζοδρόμιο.
to piddle
01

κατουράω, ουρώ

to urinate, often used in a casual or informal way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
piddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
piddles
ενεστώτα μετοχή
piddling
απλός αόριστος
piddled
παθητική μετοχή
piddled
Παραδείγματα
The nurse checked if the patient had piddled recently to monitor hydration.
Η νοσοκόμα έλεγξε αν ο ασθενής είχε κατουρήσει πρόσφατα για να παρακολουθήσει την ενυδάτωση.
02

σπαταλώ χρόνο, τεμπελιάζω

waste time; spend one's time idly or inefficiently
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store