Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Piddle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
piddles
Παραδείγματα
The rain left tiny puddles that looked like piddles on the sidewalk.
Η βροχή άφησε μικρές λακκούβες που έμοιαζαν με κατούρημα στο πεζοδρόμιο.
to piddle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
piddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
piddles
ενεστώτα μετοχή
piddling
απλός αόριστος
piddled
παθητική μετοχή
piddled
Παραδείγματα
The nurse checked if the patient had piddled recently to monitor hydration.
Η νοσοκόμα έλεγξε αν ο ασθενής είχε κατουρήσει πρόσφατα για να παρακολουθήσει την ενυδάτωση.
02
σπαταλώ χρόνο, τεμπελιάζω
waste time; spend one's time idly or inefficiently



























