Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
picturesque
01
ζωηρός, ζωηρός
(particularly of a building or place) having a pleasant and charming appearance, often resembling a picture or painting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most picturesque
συγκριτικός βαθμός
more picturesque
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The picturesque countryside was dotted with rolling hills and winding rivers.
Η ζωηρή ύπαιθρος ήταν διάσπαρτη με κυματιστούς λόφους και ποτάμια που έκαναν στροφές.
02
ζωγραφικός, εκφραστικός
strikingly expressive
Λεξικό Δέντρο
picturesquely
unpicturesque
picturesque



























