bacchanal
bacch
ˈbæk
bāk
a
ə
ē
nal
nəl
nēl

Ορισμός και σημασία του "bacchanal"στα αγγλικά

01

βακχανάλιο, όργιο

a party marked by heavy drinking, loud music, and unrestrained behavior 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bacchanals
Παραδείγματα
The old mansion hosted a bacchanal each summer, with guests dancing until dawn. 

Το παλιό αρχοντικό φιλοξενούσε μια βακχανεία κάθε καλοκαίρι, με τους επισκέπτες να χορεύουν μέχρι την αυγή.

02

πονοκέφαλος, μέθυσος

a person who regularly takes part in heavy drinking sessions 
Παραδείγματα
He was known as a bacchanal among his friends, always ready for a pub crawl. 

Ήταν γνωστός ως ένας βακχανάλιος ανάμεσα στους φίλους του, πάντα έτοιμος για μια βόλτα σε μπαρ.

03

βακχαντής, βακχαντικός

someone who celebrates with wine and song, in the spirit of the Roman god of wine 
Παραδείγματα
At the harvest fair, each bacchanal raised a goblet to Bacchus's health. 

Στην πανήγυρη της συγκομιδής, κάθε βακχανάλιος σήκωσε ένα ποτήρι για την υγεία του Βάκχου.

01

βακχικός, οργιαστικός

(of an event or scene) filled with loud, uncontrolled drinking and revelry 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bacchanal
συγκριτικός βαθμός
more bacchanal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The film's courtroom scene turned bacchanal when the jury and lawyers broke into song. 

Η σκηνή της αίθουσας δικαστηρίου της ταινίας έγινε βακχανalia όταν οι ένορκοι και οι δικηγόροι ξέσπασαν σε τραγούδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store