Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Baccalaureate
01
πτυχίο
an academic degree awarded by colleges and universities upon completion of undergraduate studies
Παραδείγματα
After four years of hard work, she proudly received her baccalaureate in English literature.
Μετά από τέσσερα χρόνια σκληρής δουλειάς, πήρε με περηφάνια το πτυχίο της στην αγγλική λογοτεχνία.
02
προσφώνηση αποχώρησης
a farewell sermon to a graduating class at their commencement ceremonies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
baccalaureates
Λεξικό Δέντρο
baccalaureate
bacca
laureate



























