penurious
pe
pi
nu
ˈnjʊə
nyue
rious
riəs
riēs

Ορισμός και σημασία του "penurious"στα αγγλικά

01

φτωχός, τσιγκούνης

extremely poor or unwilling to spend money 
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most penurious
συγκριτικός βαθμός
more penurious
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
wealth, behavior, society
Παραδείγματα
The penurious family struggled to afford even the basic necessities of life. 

Η φτωχή οικογένεια αγωνίστηκε να αντέξει οικονομικά ακόμη και τις βασικές ανάγκες της ζωής.

02

τσιγκούνης, φιλάργυρος

extremely stingy 
αποδοκιμαστικό
επίσημο
Παραδείγματα
He was so penurious that he reused old envelopes. 

Ήταν τόσο τσιγκούνης που ξαναχρησιμοποιούσε παλιά φακέλους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

penuriously
penuriousness
penurious
penury
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store