Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
penurious
01
φτωχός, τσιγκούνης
extremely poor or unwilling to spend money
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most penurious
συγκριτικός βαθμός
more penurious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The penurious family struggled to afford even the basic necessities of life.
Η φτωχή οικογένεια αγωνίστηκε να αντέξει οικονομικά ακόμη και τις βασικές ανάγκες της ζωής.
02
τσιγκούνης, φιλάργυρος
extremely stingy
αποδοκιμαστικό
επίσημο
Παραδείγματα
He was so penurious that he reused old envelopes.
Ήταν τόσο τσιγκούνης που ξαναχρησιμοποιούσε παλιά φακέλους.
Λεξικό Δέντρο
penuriously
penuriousness
penurious
penury



























