Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
People
01
άνθρωποι, λαός
a group of humans
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
people
Παραδείγματα
It is important to listen to the voices of the people and address their concerns.
Είναι σημαντικό να ακούτε τις φωνές των ανθρώπων και να αντιμετωπίζετε τις ανησυχίες τους.
1.1
άνθρωποι, λαός
the common people generally
02
λαός, πληθυσμός
the body of citizens of a state or country
03
άνθρωποι, οικογένεια
members of a family line
to people
01
συγκεντρώνω, γεμίζω
to gather individuals closely together in large numbers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
people
γ΄ ενικό πρόσωπο
peoples
ενεστώτα μετοχή
peopling
απλός αόριστος
peopled
παθητική μετοχή
peopled
Παραδείγματα
The festival organizers worked tirelessly to people the town square with vendors and performers.
Οι διοργανωτές του φεστιβάλ εργάστηκαν ακούραστα για να γεμίσουν την πλατεία της πόλης με πωλητές και καλλιτέχνες.
1.1
κατοικώ, πληρώνομαι με ανθρώπους
furnish with people



























