people
peo
ˈpi:
pi
ple
pəl
pēl
pipilepeepulpapalpipul

Ορισμός και σημασία του "people"στα αγγλικά

01

άνθρωποι, λαός

a group of humans 
people definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
people
Παραδείγματα
It is important to listen to the voices of the people and address their concerns. 

Είναι σημαντικό να ακούτε τις φωνές των ανθρώπων και να αντιμετωπίζετε τις ανησυχίες τους.

1.1

άνθρωποι, λαός

the common people generally 
02

λαός, πληθυσμός

the body of citizens of a state or country 
03

άνθρωποι, οικογένεια

members of a family line 
to people
01

συγκεντρώνω, γεμίζω

to gather individuals closely together in large numbers 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
people
γ΄ ενικό πρόσωπο
peoples
ενεστώτα μετοχή
peopling
απλός αόριστος
peopled
παθητική μετοχή
peopled
Παραδείγματα
The festival organizers worked tirelessly to people the town square with vendors and performers. 

Οι διοργανωτές του φεστιβάλ εργάστηκαν ακούραστα για να γεμίσουν την πλατεία της πόλης με πωλητές και καλλιτέχνες.

1.1

κατοικώ, πληρώνομαι με ανθρώπους

furnish with people 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store