penury
pe
ˈpɛ
pe
nu
njʊ
nyoo
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "penury"στα αγγλικά

01

έλλειψη, φτώχεια

a state of being exceedingly poor and in need 
penury definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He grew up in penury, struggling to meet basic needs. 

Μεγάλωσε στην έλλειψη, παλεύοντας να καλύψει τις βασικές ανάγκες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

penurious
penury
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store