Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Penury
01
έλλειψη, φτώχεια
a state of being exceedingly poor and in need
Παραδείγματα
The sudden loss of his job pushed him into a state of penury.
Η ξαφνική απώλεια της δουλειάς του τον έφερε σε κατάσταση έμφυτης φτώχειας.
Λεξικό Δέντρο
penurious
penury



























