Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
penurious
01
φτωχός, τσιγκούνης
extremely poor or unwilling to spend money
Formal
Παραδείγματα
His penurious lifestyle was marked by constant worry about where the next meal would come from.
Ο φτωχός τρόπος ζωής του χαρακτηρίζονταν από συνεχή ανησυχία για το πού θα προέλθει το επόμενο γεύμα.
02
τσιγκούνης, φιλάργυρος
extremely stingy
Disapproving
Formal
Παραδείγματα
The company 's penurious approach to employee benefits upset the staff.
Η τσιγκούνικη προσέγγιση της εταιρείας στα οφέλη των εργαζομένων αναστάτωσε το προσωπικό.
Λεξικό Δέντρο
penuriously
penuriousness
penurious
penury



























