Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
People
01
άνθρωποι, λαός
a group of humans
Παραδείγματα
The people gathered in the town square to celebrate the victory.
Οι άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στην πλατεία της πόλης για να γιορτάσουν τη νίκη.
1.1
άνθρωποι, λαός
the common people generally
02
λαός, πληθυσμός
the body of citizens of a state or country
03
άνθρωποι, οικογένεια
members of a family line
to people
01
συγκεντρώνω, γεμίζω
to gather individuals closely together in large numbers
Παραδείγματα
The settlers aimed to people the newly discovered island with families seeking a fresh start.
Οι άποικοι σκόπευαν να αποικίσουν το νεοανακαλυφθέν νησί με οικογένειες που αναζητούσαν μια νέα αρχή.
1.1
κατοικώ, πληρώνομαι με ανθρώπους
furnish with people



























