Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pecuniary
01
χρηματικός, οικονομικός
involving or about money
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pecuniary rewards for the successful completion of the project were substantial.
Οι χρηματικές ανταμοιβές για την επιτυχή ολοκλήρωση του έργου ήταν σημαντικές.



























