pecuniary
pe
pi
cu
ˈkju:
kyoo
nia
niə
niē
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "pecuniary"στα αγγλικά

01

χρηματικός, οικονομικός

involving or about money 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
finance, law, economics
Παραδείγματα
The contract outlined the pecuniary benefits offered to the employees. 

Η σύμβαση περιέγραψε τα χρηματικά οφέλη που προσφέρονταν στους εργαζομένους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store