peculiarity
pe
πι
cu
ˌkju
κγου
lia
ˈliɛ
λιε
ri
ρα
ty
ti
τι
British pronunciation
/pɪkjˌuːlɪˈæɹɪti/

Ορισμός και σημασία του "peculiarity"στα αγγλικά

01

ιδιαιτερότητα, χαρακτηριστικό γνώρισμα

a distinguishing trait
02

ιδιαιτερότητα, μοναδικότητα

a feature that sets something or someone apart
example
Παραδείγματα
The artist 's work was known for its peculiarities, such as the use of bright, clashing colors.
Το έργο του καλλιτέχνη ήταν γνωστό για τις ιδιαιτερότητές του, όπως η χρήση φωτεινών, αντιθετικών χρωμάτων.
03

ιδιαιτερότητα, παραξενιά

something unusual -- perhaps worthy of collecting
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store