Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Peculiarity
01
ιδιαιτερότητα, χαρακτηριστικό γνώρισμα
a distinguishing trait
02
ιδιαιτερότητα, μοναδικότητα
a feature that sets something or someone apart
Παραδείγματα
The artist 's work was known for its peculiarities, such as the use of bright, clashing colors.
Το έργο του καλλιτέχνη ήταν γνωστό για τις ιδιαιτερότητές του, όπως η χρήση φωτεινών, αντιθετικών χρωμάτων.
03
ιδιαιτερότητα, παραξενιά
something unusual -- perhaps worthy of collecting



























