parsimonious
Pronunciation
/ˌpɑɹsəˈmoʊniəs/

Ορισμός και σημασία του "parsimonious"στα αγγλικά

parsimonious
01

φειδωλός, τσιγκούνης

spending money very reluctantly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most parsimonious
συγκριτικός βαθμός
more parsimonious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He will become more parsimonious if he loses his job and needs to cut expenses.
Θα γίνει πιο φειδωλός αν χάσει τη δουλειά του και χρειαστεί να κόψει τα έξοδα.

Λεξικό Δέντρο

parsimoniousness
parsimonious
parsimony
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store