overwrought
Pronunciation
/ˌoʊvɚˈrɔːt/

Ορισμός και σημασία του "overwrought"στα αγγλικά

overwrought
01

συναισθηματικά ταραγμένος, υπερκινητοποιημένος

emotionally distressed and worked up
overwrought definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overwrought
συγκριτικός βαθμός
more overwrought
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The overwrought parents anxiously waited for news about their child.
Οι υπερβολικά αγχωμένοι γονείς περίμεναν με αγωνία νέα για το παιδί τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store