Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
overwrought
01
συναισθηματικά ταραγμένος, υπερκινητοποιημένος
emotionally distressed and worked up
Παραδείγματα
The overwrought parents anxiously waited for news about their child.
Οι υπερβολικά αγχωμένοι γονείς περίμεναν με αγωνία νέα για το παιδί τους.
Λεξικό Δέντρο
overwrought
wrought



























