overjoyed
o
ˌəʊ
εου
ver
və
βα
joyed
ˈʤɔɪd
τζοϊντ
destroyedemployedunemployeddiscoid

Ορισμός και σημασία του "overjoyed"στα αγγλικά

01

ενθουσιασμένος, εκστασιασμένος

experiencing extreme happiness or great delight 
overjoyed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overjoyed
συγκριτικός βαθμός
more overjoyed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, experience, reaction
Παραδείγματα
She was overjoyed when she received the news of her promotion at work. 

Ήταν πανευτυχής όταν έλαβε την είδηση της προαγωγής της στη δουλειά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overjoyed
overjoy
joy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store