Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overheat
01
υπερθερμαίνω, θερμαίνω υπερβολικά
to make something too hot in a way that can cause damage or discomfort
Transitive: to overheat a device or engine
Παραδείγματα
Over time, the prolonged exposure to sunlight has overheated the electronic devices.
Με το πέρασμα του χρόνου, η παρατεταμένη έκθεση στον ήλιο έχει υπερθερμάνει τις ηλεκτρονικές συσκευές.
02
υπερθερμαίνομαι, θερμαίνομαι υπερβολικά
to reach a temperature that is too high
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overheat
γ΄ ενικό πρόσωπο
overheats
ενεστώτα μετοχή
overheating
απλός αόριστος
overheated
παθητική μετοχή
overheated
Παραδείγματα
The car's engine began to overheat after being stuck in traffic for an hour.
Ο κινητήρας του αυτοκινήτου άρχισε να υπερθερμαίνεται αφού κόλλησε στην κίνηση για μια ώρα.
Λεξικό Δέντρο
overheat
heat



























