Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overheat
01
υπερθερμαίνω, θερμαίνω υπερβολικά
to make something too hot in a way that can cause damage or discomfort
Transitive: to overheat a device or engine
Παραδείγματα
Constant use has overheated the hairdryer, causing it to malfunction.
Η συνεχής χρήση υπερθέρμανε το πιστολάκι, προκαλώντας δυσλειτουργία.
02
υπερθερμαίνομαι, θερμαίνομαι υπερβολικά
to reach a temperature that is too high
Intransitive
Παραδείγματα
If the radiator is clogged, the car 's engine may overheat, leading to potential damage.
Εάν το ψυγείο είναι φραγμένο, ο κινητήρας του αυτοκινήτου μπορεί να υπερθερμανθεί, οδηγώντας σε πιθανές ζημιές.
Λεξικό Δέντρο
overheat
heat



























