accomplishable
a
ə
ē
ccomp
ˈkɒmp
komp
li
li
sha
ʃə
shē
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "accomplishable"στα αγγλικά

accomplishable
01

εφικτός, πραγματοποιήσιμος

capable of being completed or achieved through effort or ability 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most accomplishable
συγκριτικός βαθμός
more accomplishable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tasks on the to-do list are all accomplishable within the given timeframe. 

Οι εργασίες στη λίστα προς υλοποίηση είναι όλες εφικτές στο δεδομένο χρονικό πλαίσιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store