outtake
out
ˈaʊt
awt
take
ˌteɪk
teik

Ορισμός και σημασία του "outtake"στα αγγλικά

01

μια κομμένη σκηνή, ένα blooper

a piece of raw footage that is recorded but is not used in the final edited version of a movie, TV program, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
outtakes
Παραδείγματα
The DVD's special features included hilarious outtakes, showing the cast breaking character and laughing during filming. 

Τα ειδικά χαρακτηριστικά του DVD περιλάμβαναν ξεκαρδιστικές διαγραμμένες σκηνές, που έδειχναν το καστ να βγαίνει από τον χαρακτήρα του και να γελά κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store