acclivity
acc
ˈək
ēk
li
li
vi
vi
ty
ti
ti
activity

Ορισμός και σημασία του "acclivity"στα αγγλικά

01

ανήφορος, ανοδική κλίση

an upward slope or incline of a hill, path, or terrain 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
acclivities
Παραδείγματα
The horse slowed as it approached the rocky acclivity. 

Το άλογο επιβραδύνθηκε καθώς πλησίαζε την βραχώδη ανηφόρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store