Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to acclimate
01
προσαρμόζομαι, εγκλιματίζομαι
to adjust to a new environment or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
acclimate
γ΄ ενικό πρόσωπο
acclimates
ενεστώτα μετοχή
acclimating
απλός αόριστος
acclimated
παθητική μετοχή
acclimated
Παραδείγματα
Travelers need time to acclimate to the high altitude when visiting mountainous regions.
Οι ταξιδιώτες χρειάζονται χρόνο για να προσαρμοστούν στο υψόμετρο όταν επισκέπτονται ορεινές περιοχές.
Λεξικό Δέντρο
acclimation
acclimatize
acclimate



























