to acclimate
acc
ˈək
ēk
li
laɪ
lai
mate
mət
mēt

Ορισμός και σημασία του "acclimate"στα αγγλικά

to acclimate
01

προσαρμόζομαι, εγκλιματίζομαι

to adjust to a new environment or situation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
acclimate
γ΄ ενικό πρόσωπο
acclimates
ενεστώτα μετοχή
acclimating
απλός αόριστος
acclimated
παθητική μετοχή
acclimated
Παραδείγματα
After moving to the city, it took her a few months to acclimate to the fast-paced lifestyle. 

Μετά τη μετακόμιση στην πόλη, της πήρε μερικούς μήνες να προσαρμοστεί στον γρήγορο ρυθμό ζωής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store