Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
oily
01
λιπαρά, λαδερό
(of food) containing a lot of oil
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
oiliest
συγκριτικός βαθμός
oilier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fish was overly oily, making the dish feel heavy and rich.
Το ψάρι ήταν υπερβολικά λαδερό, κάνοντας το πιάτο να φαίνεται βαρύ και πλούσιο.
02
λαδερός, λιπαρός
covered, coated, or soaked with oil
Παραδείγματα
His hands were oily after fixing the engine.
Τα χέρια του ήταν λαδερά μετά την επισκευή της μηχανής.
03
λαδερός, κολακευτικός
characterized by excessive flattery or ingratiating behavior that often feels insincere or manipulative
Παραδείγματα
His oily charm made her question whether he was being genuine.
Η λαδερή γοητεία του την έκανε να αμφισβητήσει αν ήταν γνήσιος.
Λεξικό Δέντρο
oiliness
oily
oil



























