oinker
oin
ˈɔɪn
oyn
ker
kər
kēr
/ˈɔɪŋkə/

Ορισμός και σημασία του "oinker"στα αγγλικά

01

αδηφάγος, χοντρός

an overweight person, especially implying greediness or gluttony
oinker definition and meaning
Offensive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oinkers
Παραδείγματα
Stop being such an oinker and leave some cake for the rest of us.
Σταμάτα να είσαι τέτοιος αδηφάγος και άφησε λίγο κέικ για τους υπόλοιπους από εμάς.

Λεξικό Δέντρο

oinker
oink
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store