oink
oink
ɔɪnk
οϊνκ
/ˈɔ‍ɪŋk/

Ορισμός και σημασία του "oink"στα αγγλικά

01

γρυλισμός, οινκ

the short low gruff noise of the kind made by hogs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oinks
to oink
01

γκρινιάζω, κάνω ήχους σαν γουρούνι

to make a short, grunting, low-pitched and nasal sound similar to that of a pig
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
oink
γ΄ ενικό πρόσωπο
oinks
ενεστώτα μετοχή
oinking
απλός αόριστος
oinked
παθητική μετοχή
oinked
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store