oilrig
oil
ˈɔɪl
oyl
rig
rɪg
rig

Ορισμός και σημασία του "oilrig"στα αγγλικά

01

πλατφόρμα πετρελαίου, πύργος γεώτρησης

rig used in drilling for oil or gas 
oilrig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
oilrigs

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

oilrig

oil

+

rig

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store