Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oilrig
01
πλατφόρμα πετρελαίου, πύργος γεώτρησης
rig used in drilling for oil or gas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
oilrigs



























