oinker
oin
ˈɔɪn
oyn
ker

Ορισμός και σημασία του "oinker"στα αγγλικά

01

αδηφάγος, χοντρός

an overweight person, especially implying greediness or gluttony 
oinker definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
oinkers
Παραδείγματα
The kids cruelly nicknamed the chubby boy oinker on the playground. 

Τα παιδιά αποκάλεσαν σκληρά το παχουλό αγόρι γουρουνάκι στην παιδική χαρά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

oinker
oink
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store