Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
off-putting
01
δυσάρεστος, απωθητικός
causing a feeling of unease, discomfort, or reluctance
Παραδείγματα
The overly formal and rigid atmosphere of the office was off-putting to new employees.
Η υπερβολικά επίσημη και άκαμπτη ατμόσφαιρα του γραφείου ήταν αποκρουστική για τους νέους υπαλλήλους.



























