off-putting
off
ɒf
of
pu
pʊ
poo
tting
tɪng
ting

Ορισμός και σημασία του "off-putting"στα αγγλικά

off-putting
01

δυσάρεστος, απωθητικός

causing a feeling of unease, discomfort, or reluctance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most off-putting
συγκριτικός βαθμός
more off-putting
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, emotion, interaction
Παραδείγματα
His sarcastic and dismissive tone during the meeting was off-putting to colleagues. 

Ο σαρκαστικός και απορριπτικός τόνος του κατά τη διάρκεια της συνάντησης ήταν αποκρουστικός για τους συναδέλφους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store