off-road
off
ɒf
of
road
rəʊd
rewd

Ορισμός και σημασία του "off-road"στα αγγλικά

01

εκτός δρόμου, όλων εδαφών

able to be driven or ridden on rough ground 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most off-road
συγκριτικός βαθμός
more off-road
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He bought an off-road vehicle for his mountain trips. 

Αγόρασε ένα εκτός δρόμου όχημα για τα βουνά του ταξίδια.

02

εκτός δρόμου, όχι ασφαλτοστρωμένος

not paved or prepared for ordinary vehicles or regular street use 
Παραδείγματα
We took an off-road trail through the forest to reach the campsite. 

Πήραμε ένα μονοπάτι εκτός δρόμου μέσα από το δάσος για να φτάσουμε στον κάμπινγκ.

01

εκτός δρόμου, off-road

on or into unpaved or rugged terrain away from established roads 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
They rode their motorcycle off-road in the dirt. 

Οδήγησαν τη μοτοσικλέτα τους off-road στη λάσπη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store