Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
off-limits
01
απαγορευμένος, εκτός ορίων
beyond the prescribed or conventional boundaries or limits that access is granted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
απαγορευμένος, εκτός ορίων