Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
off-road
01
εκτός δρόμου, όλων εδαφών
able to be driven or ridden on rough ground
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most off-road
συγκριτικός βαθμός
more off-road
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Off-road racing requires durable and powerful vehicles.
Οι αγώνες off-road απαιτούν ανθεκτικά και ισχυρά οχήματα.
02
εκτός δρόμου, όχι ασφαλτοστρωμένος
not paved or prepared for ordinary vehicles or regular street use
Παραδείγματα
Off-road paths can be dangerous without proper gear and experience.
Οι διαδρομές εκτός δρόμου μπορεί να είναι επικίνδυνες χωρίς τον κατάλληλο εξοπλισμό και εμπειρία.
off-road
01
εκτός δρόμου, off-road
on or into unpaved or rugged terrain away from established roads
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The expedition vehicle performed exceptionally when driven off-road across rugged terrain.
Το όχημα της αποστολής είχε εξαιρετική απόδοση όταν οδηγήθηκε εκτός δρόμου σε ανώμαλο έδαφος.



























