Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Objective
Παραδείγματα
The charity 's objective is to raise funds to support local education programs.
Ο στόχος της φιλανθρωπικής οργάνωσης είναι η συγκέντρωση χρημάτων για την υποστήριξη τοπικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων.
02
αντικειμενικός φακός, φακός αντικειμενικού
the main lens or set of lenses in a microscope or telescope that enlarges and sharpens the image of an object
Παραδείγματα
Regular cleaning of the microscope 's objective ensures optimal image quality.
Ο τακτικός καθαρισμός του αντικειμενικού φακού του μικροσκοπίου εξασφαλίζει βέλτιστη ποιότητα εικόνας.
objective
01
αντικειμενικός, αμερόληπτος
based only on facts and not influenced by personal feelings or judgments
Παραδείγματα
As a therapist, she maintained an objective stance, helping her clients explore their emotions without imposing her own beliefs.
Ως θεραπεύτρια, διατήρησε μια αντικειμενική στάση, βοηθώντας τους πελάτες της να εξερευνήσουν τα συναισθήματά τους χωρίς να επιβάλλει τις δικές της πεποιθήσεις.
02
αντικειμενικός, αντικείμενο
(of a noun or pronoun) functioning as the object of a verb or preposition
Παραδείγματα
Pronouns like " me, " " him, " and " them " are objective forms.
Οι αντωνυμίες όπως "me", "him" και "them" είναι αντικειμενικές μορφές.
03
αντικειμενικός, ανεξάρτητος από την αντίληψη
having an existence that is independent of personal perception or interpretation
Παραδείγματα
Some philosophers claim that truth is entirely objective.
Μερικοί φιλόσοφοι ισχυρίζονται ότι η αλήθεια είναι εντελώς αντικειμενική.
Λεξικό Δέντρο
objectivism
objective
object



























