objective
ob
ɒb
ob
jec
ˈʤɛk
jek
tive
tɪv
tiv
advectivedetectiveaffectiveselective

Ορισμός και σημασία του "objective"στα αγγλικά

01

στόχος

a goal that one wants to achieve 
objective definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
objectives
Παραδείγματα
Her main objective is to complete the project by the end of the month. 

Ο κύριος στόχος της είναι να ολοκληρώσει το έργο μέχρι το τέλος του μήνα.

02

αντικειμενικός φακός, φακός αντικειμενικού

the main lens or set of lenses in a microscope or telescope that enlarges and sharpens the image of an object 
Παραδείγματα
The scientist carefully selected the objective lens to achieve the desired magnification. 

Ο επιστήμονας επέλεξε προσεκτικά τον αντικειμενικό φακό για να επιτύχει την επιθυμητή μεγέθυνση.

01

αντικειμενικός, αμερόληπτος

based only on facts and not influenced by personal feelings or judgments 
objective definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most objective
συγκριτικός βαθμός
more objective
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The journalist strived to provide an objective report, presenting the facts without bias. 

Ο δημοσιογράφος προσπάθησε να παρέχει μια αντικειμενική αναφορά, παρουσιάζοντας τα γεγονότα χωρίς προκατάληψη.

02

αντικειμενικός, αντικείμενο

(of a noun or pronoun) functioning as the object of a verb or preposition 
Παραδείγματα
In "She thanked him," "him" is the objective pronoun. 

Στην πρόταση «Τον ευχαρίστησε», «τον» είναι η αντικειμενική αντωνυμία.

03

αντικειμενικός, ανεξάρτητος από την αντίληψη

having an existence that is independent of personal perception or interpretation 
Παραδείγματα
Philosophers question whether objective reality exists. 

Οι φιλόσοφοι αμφισβητούν αν υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store