Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
numb
01
μούδιασμένος, αναισθητοποιημένος
(of a part of the body) lacking feeling or sensation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
numbest
συγκριτικός βαθμός
number
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The hiker's feet went numb from hiking in the snow for hours.
Τα πόδια του πεζοπόρου μούδιασαν από το περπάτημα στο χιόνι για ώρες.
02
μουδιασμένος, κατάπληκτος από τον τρόμο
so frightened as to be unable to move; stunned or paralyzed with terror; petrified
Παραδείγματα
After hearing the news of the accident, she sat there numb, unable to speak.
Αφού άκουσε την είδηση του ατυχήματος, κάθισε εκεί, μούδιασμένη, ανίκανη να μιλήσει.
to numb
01
μουδιάζω, αναισθητοποιώ
to make a part of the body lose sensation or responsiveness
Transitive: to numb a part of the body
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
numb
γ΄ ενικό πρόσωπο
numbs
ενεστώτα μετοχή
numbing
απλός αόριστος
numbed
παθητική μετοχή
numbed
Παραδείγματα
The cold weather began to numb my fingers and toes.
Ο κρύος καιρός άρχισε να μουδιάζει τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών μου.
Λεξικό Δέντρο
numbly
numbness
numb



























