Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deadened
01
ελαττωμένος, μειωμένος
made or become less intense
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deadened
συγκριτικός βαθμός
more deadened
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
deadened
deaden



























