deadened
dea
ˈdɛ
de
dened
dənd
dēnd
deafened

Ορισμός και σημασία του "deadened"στα αγγλικά

01

ελαττωμένος, μειωμένος

made or become less intense 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deadened
συγκριτικός βαθμός
more deadened
διαβαθμίσιμο
02

μουδιασμένος, αναισθητος

devoid of physical sensation; numb 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store